παραχώρηση

ουσιαστικό

1. Η ενέργεια ή το αποτέλεσμα κατά το οποίο φυσικό ή νομικό πρόσωπο επιτρέπει σε άλλο πρόσωπο ή φορέα τη χρήση, την εκμετάλλευση ή την κατοχή περιουσιακού στοιχείου, δικαιώματος ή πόρου, συχνά υπό νομικούς όρους, περιορισμούς ή χρονικό όριο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η παραχώρηση του οικοπέδου έγινε με επίσημο συμβόλαιο.
  • Η εταιρεία ανακοίνωσε την παραχώρηση της άδειας χρήσης του λογισμικού.
  • Η παραχώρηση ορισμένων αιτημάτων βοήθησε να κλείσει η συμφωνία.
  • Η παραχώρηση της διαχείρισης του έργου σε εξωτερικό συνεργάτη ολοκληρώθηκε.
  • Η κυβέρνηση απέφυγε την παραχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων.
  • Η παραχώρηση του χώρου στο δήμο έγινε για πενταετή χρήση.