ληστεία
ουσιαστικό1. Παράνομη πράξη κατά την οποία αφαιρούνται χρήματα ή αντικείμενα από πρόσωπο ή χώρο με χρήση βίας ή απειλής, συνήθως με σκοπό το άμεσο όφελος του δράστη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ληστεία στην τράπεζα έγινε ξημερώματα.
- Κατηγορήθηκε για την ληστεία και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης.
- Οι ληστείες στην πόλη μειώθηκαν μετά τις νέες περιπολίες.
- Απέδειξαν ότι η ληστεία οργανώθηκε από έμπειρη συμμορία.
- Το κόστος της επισκευής ήταν υπερβολικό — ένιωσα ότι ήταν μια ληστεία.