αντίδωρο

ουσιαστικό

1. Δώρο ή παροχή που προσφέρεται σε κάποιον μετά από μια ευεργεσία, υπηρεσία ή χάρη, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης ή μικρή ανταπόδοση.

2. Στην εκκλησιαστική πρακτική, κομμάτι άρτου που δίνεται στους πιστούς μετά τη Θεία Κοινωνία ή ως ευλογία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μετά τη Θεία Λειτουργία, οι πιστοί πήραν αντίδωρο από τον ιερέα.
  • Του έστειλα ένα μικρό αντίδωρο για την πολύτιμη βοήθειά του.
  • Ως αντίδωρο για τις υπηρεσίες του, η εταιρεία του πρόσφερε ένα μπόνους.
  • Δεν ήθελα κανένα αντίδωρο — το έκανα από αγάπη.
  • Το αντίδωρο που έλαβε ήταν μικρό σε σύγκριση με την προσπάθεια που κατέβαλε.