εγκατάσταση
ουσιαστικό1. Χώρος ή συγκρότημα κτιρίων, μηχανημάτων ή εξοπλισμού που προορίζονται για συγκεκριμένη λειτουργία, υπηρεσία ή παραγωγική δραστηριότητα.
2. Διαδικασία τοποθέτησης, σύνδεσης και ρύθμισης συσκευών, συστημάτων ή δομών με σκοπό να τεθούν σε λειτουργία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εγκατάσταση του λογισμικού στο νέο υπολογιστή διήρκεσε λίγα λεπτά.
- Η εγκατάσταση παραγωγής του εργοστασίου βρίσκεται εκτός πόλης.
- Οι εγκαταστάσεις του νοσοκομείου ανακαινίστηκαν πέρυσι.
- Η εγκατάσταση του καλλιτέχνη στο μουσείο προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.
- Η εγκατάσταση των προσφύγων στον νέο καταυλισμό έγινε με συντονισμό οργανώσεων.