μηχάνημα
ουσιαστικό1. Αντικείμενο ή συγκρότημα εξαρτημάτων σχεδιασμένο να εκτελεί συγκεκριμένη εργασία με χρήση μηχανικών, ηλεκτρικών ή ηλεκτρονικών μεθόδων, μετατρέποντας ή μεταδίδοντας ενέργεια για την παραγωγή κινήσεων, προϊόντων ή υπηρεσιών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μηχάνημα πλύσης των ρούχων χάλασε χτες.
- Το μηχάνημα στη γραμμή παραγωγής σταμάτησε ξαφνικά.
- Έβαλα κέρμα στο μηχάνημα αυτόματης πώλησης για ένα αναψυκτικό.
- Ο γιατρός χρησιμοποίησε ένα μηχάνημα υπερήχων για την εξέταση.
- Το μηχάνημα της γραφειοκρατίας λειτουργεί με αργούς ρυθμούς.