διστακτικός

επίθετο

1. Που παρουσιάζει δισταγμό ή επιφύλαξη πριν από τη λήψη απόφασης ή την εκτέλεση πράξης, δείχνοντας αδυναμία να προχωρήσει άμεσα.

2. Που εκφράζεται ή εκτελείται με αργές, επιφυλακτικές κινήσεις, λόγια ή χειρονομίες, χωρίς αποφασιστικότητα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Γιώργος ήταν διστακτικός στο να αποδεχτεί την πρόσκληση.
  • Η Μαρία έμεινε διστακτική πριν απαντήσει στην προσωπική ερώτηση.
  • Οι πελάτες εμφανίστηκαν διστακτικοί απέναντι στη νέα πολιτική τιμών.
  • Μίλησε με διστακτικό ύφος, λες και δεν ήταν σίγουρος για τα λόγια του.
  • Πλησίασε διστακτικά την άγνωστη γάτα, φοβούμενος να την τρομάξει.