διαγραφή

ουσιαστικό

1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα του διαγράφω· αφαίρεση ή εξάλειψη τμήματος κειμένου, εγγραφής, αρχείου ή δεδομένων έτσι ώστε να πάψει να υπάρχει ή να είναι προσπελάσιμο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έκανα διαγραφή του αρχείου από τον υπολογιστή.
  • Η διαγραφή του ονόματός του από το μητρώο ήταν οριστική.
  • Ζήτησε τη διαγραφή του λογαριασμού του από την πλατφόρμα.
  • Η τράπεζα ανακοίνωσε τη διαγραφή μέρους του χρέους των δανειοληπτών.
  • Η διαγραφή των προσωπικών δεδομένων έγινε σύμφωνα με τον νόμο.