αποτίμηση
ουσιαστικό1. Προσδιορισμός της αξίας ενός αντικειμένου, περιουσιακού στοιχείου ή δικαιώματος με βάση οικονομικά, τεχνικά ή πρακτικά κριτήρια, καθώς και το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας.
Συνώνυμα
εκτίμηση αξιολόγηση τιμή αξία προσδιορισμός ανασκόπηση απολογισμός υπολογισμός μέτρηση βαθμολόγηση τιμολόγηση κοστολόγηση λογισμός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αποτίμηση της εταιρείας από τους αναλυτές ήταν υψηλότερη από ό,τι περίμεναν.
- Απαιτείται αποτίμηση του ακινήτου πριν από την υποβολή της προσφοράς.
- Η αποτίμηση του εκπαιδευτικού προγράμματος έδειξε σαφή βελτίωση στα αποτελέσματα.
- Μετά την καταιγίδα, η αποτίμηση των ζημιών ολοκληρώθηκε μέσα σε δύο ημέρες.
- Στην έρευνα, η αποτίμηση των δεδομένων ήταν καθοριστική για τα συμπεράσματα.