γραφείο
ουσιαστικό1. Χώρος ή δωμάτιο, εξοπλισμένο κατά κανόνα με έπιπλα και μέσα εργασίας, όπου εκτελούνται διοικητικές, επαγγελματικές ή γραμματειακές εργασίες.
2. Τμήμα, υπηρεσία ή επιχείρηση που ασκεί διοικητικές, οικονομικές ή οργανωτικές λειτουργίες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πήγε νωρίς στο γραφείο για να προλάβει τη σύσκεψη.
- Αγόρασε νέο γραφείο για το σπίτι.
- Κλείσαμε τα εισιτήριά μας στο ταξιδιωτικό γραφείο.
- Το γραφείο του υπουργού βρίσκεται στο κέντρο της πόλης.
- Το γραφείο εξυπηρέτησης πελατών απαντάει σε ό,τι αφορά τις παραγγελίες.