υπνοδωμάτιο
ουσιαστικόΔωμάτιο σε κατοικία ή κατάλυμα προοριζόμενο κυρίως για ύπνο και ανάπαυση, συνήθως εξοπλισμένο με κρεβάτι, χώρο αποθήκευσης ρούχων και άλλα έπιπλα προσωπικής χρήσης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το υπνοδωμάτιο μου έχει μεγάλο παράθυρο στον κήπο.
- Πρέπει να τακτοποιήσω το υπνοδωμάτιο πριν έρθουν οι επισκέπτες.
- Το διαμέρισμα διαθέτει δύο υπνοδωμάτια και μια πλήρως εξοπλισμένη κουζίνα.
- Άφησα τα ρούχα στο υπνοδωμάτιο και ξέχασα το κλειδί.
- Το παιδικό υπνοδωμάτιο είναι βαμμένο με ζεστά χρώματα.