όργανο
ουσιαστικό1. Μέρος του βιολογικού οργανισμού με συγκεκριμένη δομή και λειτουργία, απαραίτητο για τη διατήρηση ή την εκτέλεση φυσιολογικών διεργασιών.
2. Συσκευή ή κατασκευή που παράγει ήχους και χρησιμοποιείται για μουσική εκτέλεση.
Συνώνυμα
εργαλείο μέσο συσκευή μηχάνημα μηχανισμός φορέας υπηρεσία οργανισμός εφημερίδα έντυπο τμήμα γραφείο μοχλός θεσμός μαριονέτα σκεύος υποχείριο μηχανή αστυνομικός επιτροπή όπλο πιάνο κιθάρα βιολί βιολοντσέλο μπουζούκι τύμπανο ντραμς τρομπέτα σαξόφωνο κλαρίνο φλάουτο ακορντεόν όμποε σφυρί πένσα κατσαβίδι τρυπάνι μαχαίρι τσεκούρι ψαλίδι καρδιά ήπαρ νεφρός πνεύμονας στομάχι έντερο εγκέφαλος σπλήνα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μαθητής έμαθε να παίζει ένα μουσικό όργανο.
- Η καρδιά είναι ζωτικό όργανο του ανθρώπινου σώματος.
- Το υπουργείο συγκρότησε ένα ανεξάρτητο όργανο εποπτείας.
- Ο τεχνικός ρύθμισε το όργανο μέτρησης πριν τη δοκιμή.
- Η εφημερίδα χρησιμοποιήθηκε ως όργανο προπαγάνδας.