υπουργείο

ουσιαστικό

1. Οργανισμός του κράτους που έχει την ευθύνη για τη διαμόρφωση, την εφαρμογή και τη διοίκηση πολιτικών σε συγκεκριμένο τομέα δημόσιας δράσης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το υπουργείο ανακοίνωσε νέα μέτρα για την εκπαίδευση.
  • Πήγα στο υπουργείο για να καταθέσω τα έγγραφα.
  • Το προσωπικό του υπουργείου εργάζεται μέχρι αργά για να ολοκληρώσει τη μεταρρύθμιση.
  • Τα υπουργεία συνεργάζονται για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.
  • Σε περίπτωση κρίσης, το υπουργείο υπέδειξε τα επόμενα βήματα προς τις τοπικές αρχές.