καθιστικό
ουσιαστικό1. Δωμάτιο σε κατοικία προορισμένο κυρίως για κάθισμα, ξεκούραση και υποδοχή επισκεπτών.
2. Σετ επίπλων διαμορφωμένων για χρήση σε τέτοιο δωμάτιο, όπως καναπές, πολυθρόνες και τραπεζάκι.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το καθιστικό είναι φωτεινό και άνετο.
- Κάθισα στο καθιστικό με ένα βιβλίο και έναν καφέ.
- Αναδιαμορφώσαμε το καθιστικό για να χωρέσουν περισσότεροι καναπέδες.
- Τα καθιστικά των διαμερισμάτων μοιάζουν μεταξύ τους.
- Στο καθιστικό συγκεντρώθηκε όλη η οικογένεια για τα γενέθλια.