πρακτορείο
ουσιαστικό1. Επιχείρηση ή γραφείο που μεσολαβεί, οργανώνει ή παρέχει υπηρεσίες προς τρίτους, όπως πώληση εισιτηρίων, οργάνωση ταξιδιών ή διεκπεραίωση συναλλαγών.
2. Οργανισμός που συλλέγει, επεξεργάζεται και διανέμει ειδήσεις και πληροφορίες σε μέσα ενημέρωσης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πήγα στο πρακτορείο να κλείσω τα εισιτήρια για τις διακοπές.
- Το πρακτορείο ειδήσεων μετέδωσε την ανακοίνωση νωρίς το πρωί.
- Το πρακτορείο ασφαλειών μου πρότεινε καλύτερη κάλυψη για το αυτοκίνητο.
- Έβγαλα το εισιτήριο στο πρακτορείο του σταθμού.
- Το πρακτορείο εκπροσώπησης διαπραγματεύτηκε νέο συμβόλαιο για την ηθοποιό.