αρχηγείο
ουσιαστικό1. Κεντρικός χώρος ή εγκατάσταση όπου εδρεύει και λειτουργεί η διοίκηση, ο συντονισμός και η λήψη αποφάσεων ενός οργανισμού, στρατιωτικής δύναμης, υπηρεσίας ή ομάδας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το αρχηγείο της αστυνομίας εξέδωσε ανακοίνωση για το περιστατικό.
- Κατά τη διάρκεια της πλημμύρας στήθηκε επιτόπου αρχηγείο για τον συντονισμό των σωστικών ομάδων.
- Το αρχηγείο του κόμματος ανακοίνωσε το πρόγραμμα για τις επόμενες εκλογές.
- Το εργαστήριο μετατράπηκε σε αρχηγείο των ερευνητικών δραστηριοτήτων του πανεπιστημίου.
- Το αρχηγείο της ομάδας βρίσκεται στο προπονητικό κέντρο.
- Η μονάδα έστειλε την αναφορά στο κεντρικό αρχηγείο.