αντιτίθεμαι
ρήμα1. Εκφράζω ή παίρνω θέση αντίθετη σε άποψη, πρόταση ή συμπεριφορά άλλου προσώπου ή ομάδας.
2. Δρω ή ενεργώ με τρόπο που εμποδίζει, αντιστρατεύεται ή αντιτίθεται στην εφαρμογή ενός σχεδίου, μέτρου ή πολιτικής.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
συμφωνώ συναινώ υποστηρίζω στηρίζω ασπάζομαι συγκατατίθεμαι συμβαδίζω ταιριάζω συνεργάζομαι ευνοώ προσχωρώ συνηγορώ συντάσσομαι ταυτίζομαι συμμερίζομαι αποδέχομαι δέχομαι επιδοκιμάζω επικροτώ συμβάλλω συμβιβάζομαι συμμορφώνομαι συμπαραστέκομαι συμφιλιώνομαι συνδράμω συνεννοούμαι συνιστώ υποβάλλομαι υπομένω ψηφίζω προτείνω πείθω αντιπροσωπεύω εγκρίνω κλίνω αντιστοιχώ αφομοιώνω ενστερνίζομαι κάμπτω πείθομαι συγκλίνω συμπίπτω συντρέχω συμπορεύομαι υποτάσσομαι ενώνομαι συνεισφέρω βοηθάω περνώ κανονίζω επηρεάζω εναρμονίζομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Στην πρόταση του δήμου για την παραχώρηση του πάρκου, αντιτίθεμαι.
- Ως γονέας, αντιτίθεμαι στην εισαγωγή αυτών των αλλαγών στο σχολικό πρόγραμμα.
- Παρότι πολλοί συμφωνούν, εγώ αντιτίθεμαι στη νέα πολιτική του κόμματος.
- Σε ηθικό επίπεδο, αντιτίθεμαι σε πρακτικές που αντιβαίνουν στις αξίες μου.
- Μετά από σκέψη, αντιτίθεμαι στην ιδέα των μαζικών απολύσεων ως λύση για τα οικονομικά προβλήματα.