ανακούφιση
ουσιαστικό1. Μείωση της έντασης του σωματικού πόνου ή της φυσικής δυσφορίας, με αποτέλεσμα αίσθημα άνεσης.
2. Αίσθημα λύτρωσης ή χαλάρωσης που προκύπτει από την άρση ή την επίλυση μιας πηγής άγχους, ανησυχίας ή φόρτου.
Συνώνυμα
ανακούφισμα ανακουφισμός ελάφρυνση ανάσα παρηγοριά απαλλαγή αποφόρτιση λύτρωση καταπράυνση χαλάρωμα ύφεση ανάταση αποσυμπίεση αναπτέρωση ανάπαυση ηρεμία ξεκούραση αίσθημα άνεση ανάπαυλα θεραπεία ικανοποίηση χαλάρωση ελευθέρωση
Αντώνυμα
πόνος άγχος αγωνία δυσφορία πονοκέφαλος ενόχληση παράπονο βασανιστήριο αγκάθι απόγνωση βάσανο βασανισμός καημός μαρτύριο οδύνη στενοχώρια άλγος έγνοια καταπόνηση πιάσιμο σπαραγμός φόβος ανησυχία πίεση βάρος ταλαιπωρία στεναχώρια ένταση στρες κόπος μπελάς τραύμα φορτίο θλίψη απογοήτευση εφιάλτης αγανάκτηση απελπισία δοκιμασία επιβάρυνση λύπη πένθος φρίκη επιδείνωση ερεθισμός μάστιγα πίκρα πρόσκομμα απειλή προειδοποίηση πλήγμα διόγκωση
Παραδείγματα χρήσης
- Ένιωσε μεγάλη ανακούφιση όταν άκουσε τα καλά νέα.
- Η φαρμακευτική αγωγή προσέφερε γρήγορη ανακούφιση από τον πόνο.
- Ο οργανισμός έστειλε τρόφιμα και ιατρικά είδη για ανακούφιση των πληγέντων.
- Η ολοκλήρωση της εργασίας ήταν μεγάλη ανακούφιση για την ομάδα.
- Μια μικρή ανακούφιση από τη ζέστη ήρθε με το δροσερό αεράκι.