αμελώ
ρήμα1. Δεν παρέχω την αναγκαία προσοχή, φροντίδα ή μέριμνα σε πρόσωπο, αντικείμενο ή εργασία, με αποτέλεσμα αυτά να παραμένουν χωρίς τη δέουσα μέριμνα ή να χειροτερεύουν.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
φροντίζω προσέχω επιμελούμαι τηρώ αξιολογώ επιβλέπω επιθεωρώ επισκοπώ επιτηρώ ερευνώ μελετώ μεριμνώ περιποιούμαι προετοιμάζω συλλογίζομαι συντηρώ παρακολουθώ συνειδητοποιώ δρω ετοιμάζω ασχολούμαι χειρίζομαι τσεκάρω σιγουρεύομαι αναλογίζομαι ανταποδίδω αξιοποιώ διερευνώ εκπαιδεύω εκπληρώνω εποπτεύω περιθάλπω προνοώ εκτελώ διεκπεραιώνω ανταποκρίνομαι σέβομαι αδημονώ ανιχνεύω διακρίνω επιζητώ επιτελώ θεραπεύω υπενθυμίζω υπολογίζω χαϊδεύω βλέπω σκέφτομαι νοιάζω ετοιμάζομαι αισθάνομαι κοιτάω τακτοποιώ εντοπίζω παρατηρώ εξετάζω προβλέπω προσαρμόζω συγκρίνω φρουρώ συμμορφώνομαι υπακούω διαλογίζομαι επιδιώκω μοχθώ νοώ ταράζομαι γνωρίζω εκτιμώ χρησιμοποιώ προτιμάω ενδιαφέρομαι σιγουρεύω ξεπληρώνω σκέπτομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Συνήθως αμελώ να απαντήσω αμέσως όταν είμαι απασχολημένος.
- Μην αμελείς την υγεία σου — κλείσε ραντεβού για εξετάσεις.
- Παλιότερα αμέλησα να σημειώσω σημαντικές λεπτομέρειες στην έκθεση.
- Σε πολλές περιπτώσεις η εταιρεία αμελεί την υποστήριξη των πελατών.
- Αν αμελήσουμε την εκπαίδευση του προσωπικού, θα έχουμε προβλήματα.