στραβά

επίρρημα

1. Με τρόπο που δεν είναι ευθύς αλλά λοξός ή με κλίση σε σχέση με την κανονική θέση ή διάταξη.

2. Με τρόπο που δεν γίνεται όπως πρέπει ή όπως αναμενόταν, παρουσιάζοντας σφάλμα ή απόκλιση από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.

Συνώνυμα

λοξά λοξώς ανάποδα λάθος εσφαλμένα λανθασμένα κακώς στρεβλά στραβώς άσχημα σκάρτα χάλια παράταιρα άτοπα διαστρεβλωμένα πλανημένα παραμορφωμένα ασύμμετρα ανορθόδοξα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Τα πράγματα πήγαν στραβά.
  • Μετά το ατύχημα, περπατούσε στραβά.
  • Τον κοίταξε στραβά.
  • Τα ράφια στο μαγαζί είναι στραβά.
  • Μου φέρθηκαν στραβά όταν ζήτησα βοήθεια.