απογοητευτικός
επίθετο1. Που προκαλεί ή επιφέρει απογοήτευση επειδή δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες, ελπίδες ή απαιτήσεις.
2. Που φαίνεται ανεπαρκής ή αποθαρρυντικός στην απόδοση, στο αποτέλεσμα ή στη συμπεριφορά, οδηγώντας σε αίσθημα απογοήτευσης.
Συνώνυμα
αποκαρδιωτικός αποθαρρυντικός ανεπιτυχής αποτυχημένος ανεπαρκής μέτριος φτωχός χάλια σκάρτος άχρηστος ανιαρός ανούσιος απελπιστικός ντροπιαστικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο συμπαίκτης ήταν απογοητευτικός στο παιχνίδι.
- Η ταινία ήταν απογοητευτική παρά τις προσδοκίες.
- Το αποτέλεσμα της έρευνας ήταν απογοητευτικό σε σχέση με τα αρχικά δεδομένα.
- Οι υπηρεσίες του ξενοδοχείου ήταν απογοητευτικές κατά τη διάρκεια της διαμονής.
- Η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων ήταν απογοητευτική για την ομάδα.