σκατά
ουσιαστικό1. Βιολογικό απόρριμμα στερεής ή ημι-στερεής μορφής που αποβάλλεται από το πεπτικό σύστημα ανθρώπων ή ζώων.
2. Λεκτική, χυδαία έκφραση υβριστικού χαρακτήρα που χρησιμοποιείται για να εκφράσει αποδοκιμασία, αγανάκτηση ή προσβολή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Υπάρχουν σκατά στο μονοπάτι.
- Ά, σκατά, ξέχασα τα κλειδιά!
- Αυτός ο υπολογιστής είναι σκατά.
- Η συμφωνία πήγε σκατά.
- Μην ασχολείσαι με τα σκατά που λένε.