χαλασμένος
επίθετο1. Που έχει υποστεί βλάβη ή δυσλειτουργία και δεν εκτελεί σωστά τις προβλεπόμενες λειτουργίες (για συσκευές, μηχανήματα, προγράμματα).
Συνώνυμα
σπασμένος ελαττωματικός σαπισμένος σάπιος διεφθαρμένος κακομαθημένος σκάρτος μουχλιασμένος μπαγιάτικος ξεχαρβαλωμένος διαλυμένος κατεστραμμένος φθαρμένος βλαμμένος άχρηστος προβληματικός ανενεργός χτυπημένος χάλια καμένος παραμορφωμένος ατελής σαλεμένος πεσμένος σκασμένος φθαρτός ραγισμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο υπολογιστής είναι χαλασμένος και δεν ανοίγει.
- Ο κιμάς στο ψυγείο μυρίζει άσχημα· μάλλον είναι χαλασμένος.
- Ο ανανάς που αγοράσαμε είναι χαλασμένος, τον πέταξα.
- Ο γιος τους είναι πολύ χαλασμένος, δεν τον έχουν ποτέ πειθαρχήσει.
- Ο σκληρός δίσκος φαίνεται χαλασμένος — έχασα όλα τα αρχεία.