καταστροφικός
επίθετο1. Που προκαλεί εκτεταμένη υλική φθορά, καταστροφή ή απώλεια σε πρόσωπα, περιουσίες, κατασκευές ή το περιβάλλον.
2. Που επιφέρει σοβαρές και ευρείες αρνητικές συνέπειες σε οικονομικό, κοινωνικό ή ψυχικό επίπεδο.
Συνώνυμα
καταστρεπτικός ολέθριος εφιαλτικός συντριπτικός φονικός αποδεκατιστικός αφανιστικός καταποντιστικός ζημιογόνος μοιραίος χάλια τρομερός τραγικός θανάσιμος βλαβερός επικίνδυνος συνταρακτικός καταιγιστικός φοβερός θανατικός θανατηφόρος αποτυχημένος βλαπτικός επιβλαβής επιζήμιος
Αντώνυμα
αβλαβής ωφέλιμος ευεργετικός οικοδομητικός εποικοδομητικός βοηθητικός χρήσιμος δημιουργικός θετικός ελπιδοφόρος οικολογικός ασφαλής ευνοϊκός επιτυχημένος καλός επιτυχής
Παραδείγματα χρήσης
- Ο σεισμός ήταν καταστροφικός.
- Οι πυρκαγιές προκάλεσαν καταστροφικές ζημιές σε πολλά σπίτια.
- Η σχέση του με το αλκοόλ έγινε καταστροφική για την υγεία και την εργασία του.
- Το λάθος αυτό είχε καταστροφικό αποτέλεσμα.
- Οι πόλεμοι ήταν καταστροφικοί για τις επόμενες γενιές.