σταρ
ουσιαστικό1. Άτομο του θεάματος ή της δημόσιας ζωής που προσελκύει ευρεία προσοχή και αναγνώριση λόγω της επαγγελματικής δραστηριότητας, της δημόσιας εικόνας ή της προβολής στα μέσα.
Συνώνυμα
αστέρι διασημότητα αστέρας είδωλο πρωταγωνιστής πρωταγωνίστρια προσωπικότητα σούπερσταρ σελέμπ σελέμπριτι σταρλετ επώνυμος διάσημος θρύλος ηθοποιός τραγουδιστής τραγουδίστρια θεά φημισμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η σταρ του φεστιβάλ δέχτηκε τα θερμά χειροκροτήματα.
- Ο σταρ της ομάδας πέτυχε το νικητήριο γκολ.
- Η ταινία την καθιέρωσε ως σταρ του σινεμά.
- Την θεωρούν ανερχόμενη σταρ στον χώρο της μουσικής.
- Η παράσταση είχε ως σταρ έναν νεαρό ηθοποιό.