υπέρτερος
επίθετο1. Που υπερέχει σε ποιότητα, ικανότητα, αξία ή θέση σε σχέση με άλλο ή με το συνηθισμένο.
2. Που βρίσκεται ή τοποθετείται σε ανώτερο επίπεδο, βαθμίδα ή θέση.
Συνώνυμα
ανώτερος καλύτερος υπερέχων άριστος κορυφαίος εξαιρετικός υπέρτατος κυρίαρχος προεξέχων διακεκριμένος σούπερ πρωτοκλασάτος πρωτοπόρος προεχών ύψιστος ισχυρότερος μείζων κυριότερος πρωτεύων εξοχότερος εξαίρετος
Αντώνυμα
κατώτερος χειρότερος υποδεέστερος ελάσσων χαμηλότερος ασθενέστερος μειονεκτικός δεύτερος κακότερος ηττημένος μέτριος αδύναμος ελάχιστος μειωμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Η ομάδα ήταν σαφώς υπέρτερη των αντιπάλων της.
- Ο διευθυντής είναι υπέρτερος στην ιεραρχία του οργανισμού.
- Το καινούργιο μοντέλο είναι υπέρτερο σε απόδοση από το προηγούμενο.
- Οι υπέρτεροι αξιωματικοί έλαβαν την τελική απόφαση.
- Στη συζήτηση ήταν υπέρτερος του αντιπάλου του.