ειδικός

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο με εξειδικευμένες γνώσεις ή δεξιότητες σε συγκεκριμένο τομέα, που εφαρμόζει αυτές επαγγελματικά, επιστημονικά ή τεχνικά για την ανάλυση ή την επίλυση σύνθετων ζητημάτων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ειδικός εξήγησε τα αποτελέσματα της έρευνας.
  • Η ειδική ιατρός συνέστησε περαιτέρω εξετάσεις.
  • Ανάπτυξαν ένα ειδικό πρόγραμμα για μαθητές με δυσλεξία.
  • Πρέπει να επικοινωνήσεις με τους ειδικούς της εταιρείας.
  • Χρειάζεται ειδική άδεια για την κατασκευή.
  • Οδηγούσε προσεκτικά, ειδικά όταν έβρεχε.