πολυτελής
επίθετο1. Που προσφέρει πλούσια, εκλεπτυσμένη και άνετη εμφάνιση ή εξοπλισμό, σχεδιασμένο να ικανοποιεί υψηλά πρότυπα άνεσης και αισθητικής.
2. Που χαρακτηρίζεται από υψηλό κόστος απόκτησης ή χρήσης λόγω της ποιότητας, των υλικών ή της κατασκευής.
Συνώνυμα
χλιδάτος χλιδώδης λουξ κομψός εκλεπτυσμένος αριστοκρατικός πλούσιος στυλάτος μεγαλοπρεπής πολυδάπανος αρχοντικός λαμπερός πομπώδης επιβλητικός φανταχτερός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μείναμε σε μια πολυτελής βίλα στο νησί.
- Η πολυτελής γούνα της τράβηξε όλα τα βλέμματα.
- Η πολυτελής ζωή του τον απομάκρυνε από τις απλές χαρές.
- Ο χώρος ήταν πολυτελής και προσεγμένος.
- Ήταν μια πολυτελής στιγμή ησυχίας μέσα στην πολυκοσμία.