ανεπιθύμητος
επίθετο1. Που δεν γίνεται δεκτός ή προκαλεί αποδοκιμασία σε έναν χώρο, σε έναν κύκλο ή σε μια περίσταση, με αποτέλεσμα η παρουσία του/της ή του αντικειμένου να αποθαρρύνεται.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
επιθυμητός ευπρόσδεκτος καλοδεχούμενος εκλεκτός αγαπημένος δεκτός δελεαστικός λατρευτός προσφιλής αρεστός αγαπητός περιζήτητος ανεκτός επιζητούμενος ευχάριστος εκτιμητός λαχταριστός πολυπόθητος δημοφιλής οικείος κατάλληλος εγκεκριμένος ενδεδειγμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Η παρουσία του στο πάρτι ήταν ανεπιθύμητη.
- Το email αυτό είναι ανεπιθύμητο και το μετέφερα στον φάκελο ανεπιθύμητης αλληλογραφίας.
- Οι ανεπιθύμητοι επισκέπτες απομακρύνθηκαν από την ασφάλεια.
- Το φάρμακο προκάλεσε ανεπιθύμητες παρενέργειες.
- Ένιωσε ανεπιθύμητος όταν κανείς δεν τον χαιρέτησε.