άβολος
επίθετοΠου προκαλεί αμηχανία, δυσφορία ή έλλειψη άνεσης, είτε σωματική είτε ψυχολογική, σε μια κατάσταση, θέση ή χρήση.
Συνώνυμα
αμήχανος άκομφος δυσάρεστος δυσχερής ασύμφορος δύσχρηστος αδέξιος ενοχλητικός σπαστικός δύσκολος ανεπιθύμητος επιβαρυντικός ογκώδης
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το κάθισμα ήταν άβολο μετά από μισή ώρα.
- Η σιωπή μετά το αστείο ήταν άβολη για όλους.
- Ο χρόνος ήταν άβολος για να ζητήσω βοήθεια εκείνη τη στιγμή.
- Το φόρεμα ήταν άβολο και εκείνη απέφευγε να χορέψει.
- Ο διάλογος έγινε άβολος όταν ανέφεραν το παλιό λάθος.