κατάρα

ουσιαστικό

1. Έκφραση ή ευχή με σκοπό να επιφέρει ή να ευχηθεί κακό, βλάβη ή δυστυχία σε πρόσωπο, ομάδα ή αντικείμενο.

2. Υπερφυσική ή μεταφυσική κατάσταση που θεωρείται ότι προκαλεί ή επισύρει ατυχία, πόνο ή καταστροφή σε κάποιον ή κάτι.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η μάγισσα ξεστόμισε μια κατάρα κατά του βασιλιά.
  • Οι κάτοικοι πίστεψαν ότι η ξηρασία ήταν κατάρα των θεών.
  • Η κατάρα που βάραινε την οικογένεια μεταδιδόταν από γενιά σε γενιά.
  • Το σπίτι ήταν κατάρα — κάθε χειμώνα πλημμύριζε.
  • Όταν θύμωσε, εξέφρασε μια κατάρα γεμάτη οργή.