γρουσουζιά

ουσιαστικό

1. Ποιότητα ή κατάσταση που αποδίδεται σε πρόσωπο, αντικείμενο ή περίσταση και θεωρείται ότι προκαλεί ή συνοδεύει επαναλαμβανόμενα δυσμενή γεγονότα.

2. Ακολουθία ανεπιθύμητων ή άτυχων περιστατικών που εμφανίζονται διαδοχικά.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η γρουσουζιά του είχε ξεκινήσει από το πρωί και τίποτα δεν πήγε όπως ήθελε.
  • Μην πεις τίποτα, θα φέρεις γρουσουζιά.
  • Τον θεωρούν γρουσουζιά επειδή κάθε φορά που έρχεται, συμβαίνουν ατυχήματα.
  • Μόλις χάσαμε το πορτοφόλι, σκεφτήκαμε ότι μας κυνηγάει γρουσουζιά.
  • Η γρουσουζιά της στιγμής χάλασε τη γιορτή.