αισιοδοξία
ουσιαστικόΗ διάθεση ή τάση να αναμένει κανείς ευνοϊκή έκβαση γεγονότων και καταστάσεων, συνοδευόμενη από ελπίδα και θετική προσδοκία για το μέλλον.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αισιοδοξία της ομάδας βοήθησε στην ανάκαμψη μετά την ήττα.
- Παρά τις δυσκολίες, διατήρησε την αισιοδοξία του για ένα καλύτερο μέλλον.
- Υπήρξε αισιοδοξία στην αγορά μετά την ανακοίνωση των νέων μέτρων.
- Η αισιοδοξία για την επιτυχία του προγράμματος οδήγησε σε περισσότερες επενδύσεις.
- Οι δηλώσεις των ειδικών ανέτρεψαν την αισιοδοξία που είχε καλλιεργηθεί.