ασυνειδησία

ουσιαστικό

Κατάσταση ή ιδιότητα του ατόμου που χαρακτηρίζεται από έλλειψη ηθικής συνείδησης και υπευθυνότητας, εκδηλούμενη με αδιαφορία, ανευθυνότητα ή προκλητική παραβίαση κανόνων και δικαιωμάτων άλλων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο τραυματίας έπεσε σε ασυνειδησία και χρειάστηκε άμεση βοήθεια.
  • Η ασυνειδησία του οδηγού προκάλεσε το σοβαρό τροχαίο.
  • Η ασυνειδησία του εργοδότη οδήγησε σε παραλείψεις ασφάλειας στο εργοστάσιο.
  • Στην ψυχανάλυση, η ασυνειδησία συχνά αποκαλύπτει ανεπίγνωστες επιθυμίες και φόβους.
  • Η ασυνειδησία ορισμένων πολιτών φαίνεται από την εγκατάλειψη ζώων και τη ρύπανση των δημόσιων χώρων.