ευθεία

ουσιαστικό

1. Γραμμή χωρίς καμπύλες που εκτείνεται απεριόριστα σε μία μόνο διεύθυνση και δεν αλλάζει προσανατολισμό, θεμελιώδες γεωμετρικό αντικείμενο.

2. Τμήμα ή πορεία χωρίς στροφές ή αποκλίσεις, με σταθερή και άμεση κατεύθυνση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ευθεία που ενώνει τα δύο σημεία περιγράφεται από την εξίσωση y = 2x + 1.
  • Προχώρα ευθεία μέχρι το δεύτερο φανάρι και στρίψε δεξιά.
  • Μίλησε ευθεία και δεν απέκρυψε τίποτα από την επιτροπή.
  • Το βλήμα χτύπησε ευθεία στον στόχο.
  • Δούλεψε ευθεία δέκα ώρες χωρίς διάλειμμα.