ευθύτητα

ουσιαστικό

1. Ιδιότητα αντικειμένων ή γραμμών που δεν παρουσιάζουν καμπύλωση, κλίση ή αποκλίσεις από την ευθεία, με συνεχή και ομοιόμορφη κατεύθυνση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ευθύτητα της ράβδου ελέγχθηκε πριν από την εγκατάσταση.
  • Εκτίμησα την ευθύτητα του λόγου της στη συνάντηση.
  • Η ευθύτητα των προθέσεών του δεν αμφισβητείται.
  • Η ευθύτητα του δρόμου βελτίωσε την ορατότητα για τους οδηγούς.
  • Στη γεωμετρία, η ευθύτητα ενός τμήματος χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό γωνιών.