αμεσότητα

ουσιαστικό

1. Η ιδιότητα ή κατάσταση κατά την οποία κάτι γίνεται χωρίς χρονική καθυστέρηση, με άμεση ανταπόκριση ή εκτέλεση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στην ομιλία του εκτιμήσαμε την αμεσότητα και την ειλικρίνειά του.
  • Η αμεσότητα στην ανταπόκριση του γιατρού ήταν κρίσιμη για τη θεραπεία.
  • Η φωτογραφία έχει τέτοια αμεσότητα που νιώθεις πως βρίσκεσαι μέσα στη σκηνή.
  • Στη σχέση τους η αμεσότητα και η εμπιστοσύνη δημιουργούν ασφάλεια.
  • Σε καιρό κρίσης απαιτούν αμεσότητα στις αποφάσεις και στις ενέργειες.
  • Η αμεσότητα της επαφής στο εργαστήριο βοήθησε τους νέους επιστήμονες να μάθουν γρήγορα.