εντιμότητα
ουσιαστικόΗ ιδιότητα του να ενεργεί κάποιος με ηθικό τρόπο, σεβόμενος το δίκαιο και τις υποχρεώσεις του, χωρίς εξαπάτηση ή εκμετάλλευση των άλλων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ανεντιμότητα απάτη διαφθορά ανειλικρίνεια ανηθικότητα κομπίνα κοροϊδία παραπλάνηση πλεκτάνη τεχνάσμα τρικ απατεωνιά ασυνειδησία δολοπλοκία πανουργία εξαπάτηση ψευτιά κλεψιά υποκρισία διαπλοκή ψευδολογία ψεύδος κόλπο προδοσία λογοκλοπή αναξιοπιστία εξαγορά απιστία μίζα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εντιμότητα είναι θεμελιώδης αρετή για έναν ηγέτη.
- Μίλησε με εντιμότητα για τα λάθη του.
- Του αναγνώρισαν την εντιμότητα μετά την εσωτερική έρευνα.
- Η έλλειψη εντιμότητας υπονομεύει την εμπιστοσύνη του κοινού.
- Χρειάζεται εντιμότητα στις οικονομικές δηλώσεις μιας εταιρείας.