άκρη
ουσιαστικό1. Το εξωτερικό τμήμα ή το σημείο όπου τελειώνει η επιφάνεια ενός αντικειμένου ή μιας περιοχής.
2. Το τελικό κομμάτι ή η πλευρά μιας γραμμής, δρόμου ή σειράς πραγμάτων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Βάλε το ποτήρι στην άκρη του τραπεζιού.
- Έκοψε την άκρη του χαρτιού με το ψαλίδι.
- Κάθισε στην άκρη του καναπέ και κοίταζε έξω από το παράθυρο.
- Μετά από ώρες, βρήκα την άκρη στο πρόβλημα.
- Το μικρό μαγαζί είναι στην άκρη του χωριού.