σμίκρυνση
ουσιαστικό1. Μείωση του μεγέθους, της έκτασης, της ποσότητας ή της έντασης ενός αντικειμένου, φαινομένου ή ποσού σε σύγκριση με την προηγούμενη κατάσταση ή με το συνηθισμένο.
Συνώνυμα
συρρίκνωση μικροποίηση συστολή μείωση συντόμευση ελάττωση έκπτωση απομείωση συμπίεση συμπύκνωση ψαλίδισμα περικοπή στένωση κούρεμα μινιατούρα αποδυνάμωση εξασθένηση εξασθένιση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η σμίκρυνση της εικόνας έκανε όλα τα γράμματα δυσανάγνωστα.
- Μετά το πλύσιμο παρατήρησα σμίκρυνση του πουλόβερ.
- Η σμίκρυνση της οικονομίας το τελευταίο τρίμηνο ανησύχησε τους επενδυτές.
- Η σμίκρυνση του πληθυσμού στα χωριά είναι ανησυχητική.
- Η σμίκρυνση των μυών μετά από ακινησία χρειάζεται φυσικοθεραπεία.