καλλιέργεια
ουσιαστικό1. Η συστηματική φροντίδα και επεξεργασία της γης ή των ζωντανών οργανισμών για την ανάπτυξη και την παραγωγή τους.
2. Η διαδικασία με την οποία μια γη, ένα φυτό ή ένας οργανισμός αναπτύσσεται και βελτιώνεται με κατάλληλες συνθήκες και φροντίδα.
Συνώνυμα
ανάπτυξη βλάστηση γεωργία κουλτούρα καλλιεργητικότητα μόρφωση παιδεία αγωγή εκπαίδευση επιμόρφωση κατάρτιση υποκίνηση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η καλλιέργεια του σιταριού απαιτεί σωστό πότισμα και φροντίδα.
- Η βιολογική καλλιέργεια προστατεύει καλύτερα το περιβάλλον.
- Δίνουμε μεγάλη σημασία στην πνευματική καλλιέργεια των παιδιών.
- Η καλλιέργεια της γης ήταν η κύρια απασχόληση του χωριού.
- Με τον χρόνο ανέπτυξε μεγάλη καλλιέργεια και ευγένεια στον λόγο του.