τέλος
ουσιαστικό1. Το σημείο ή η στιγμή κατά την οποία κάτι παύει να υπάρχει, να λειτουργεί ή να συνεχίζεται.
2. Το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα ή η αιτία για την οποία πραγματοποιείται μια ενέργεια, διαδικασία ή πορεία.
Συνώνυμα
λήξη συντέλεια πέρας κατάληξη τέρμα τερματισμός περάτωση σκοπός στόχος απόληξη αποπεράτωση ολοκλήρωση κλείσιμο τελείωμα φινάλε επίλογος επιδίωξη μέλημα προορισμός φόρος εισφορά χρέωση κόστος τιμή συμπέρασμα έκβαση αντίτιμο τελευτή τελικά εντέλει κατακλείδα παράβολο χαράτσι αποκορύφωμα κορύφωση θάνατος όριο αμοιβή τίμημα προθεσμία πρόστιμο συνδρομή λοιπόν
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το τέλος της ταινίας με συγκίνησε.
- Στο τέλος, όλα πήγαν καλά.
- Πλήρωσα το τέλος κυκλοφορίας για το αυτοκίνητο.
- Έθεσε ένα τέλος στη διαμάχη ανάμεσα στους δύο φίλους.
- Μην ανησυχείς — το τέλος δεν έχει έρθει ακόμα.