παράβολο

άλλο

Χρηματικό ποσό που καταβάλλεται σε δημόσια αρχή ή φορέα για τη διεκπεραίωση μιας διοικητικής πράξης, παροχής ή υπηρεσίας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Πλήρωσα το παράβολο στο ταμείο του υπουργείου για την έκδοση του πιστοποιητικού.
  • Για να κατατεθεί η έφεση απαιτείται το παράβολο στο δικαστήριο.
  • Μπορείς να προμηθευτείς ένα παράβολο από τα ΕΛΤΑ ή το ταμείο του δήμου.
  • Μην ξεχάσεις να επισυνάψεις το παράβολο μαζί με την αίτηση στη δημόσια υπηρεσία.
  • Πλήρωσα το ηλεκτρονικό παράβολο μέσω της πλατφόρμας εξυπηρέτησης πολιτών.