κατακλείδα
άλλο1. Τελευταίο μέρος ενός λόγου, κειμένου ή συζήτησης, όπου συνοψίζονται ή ολοκληρώνονται όσα προηγήθηκαν.
2. Τελική φράση ή πρόταση που κλείνει ένα κείμενο, ομιλία ή παρουσίαση.
Συνώνυμα
επίλογος συμπέρασμα σύνοψη ανακεφαλαίωση φινάλε τέλος λήξη κατάληξη αποκορύφωμα σούμα τελείωμα κλείσιμο ετυμηγορία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στην παρουσίαση έβαλε μια σύντομη κατακλείδα που συνοψίζει τα κύρια σημεία.
- Η κατακλείδα του μυθιστορήματος άφησε αναπάντητα ερωτήματα.
- Στο άρθρο, η κατακλείδα προτείνει πρακτικές εφαρμογές των ευρημάτων.
- Το κονσέρτο τελείωσε με μια εντυπωσιακή κατακλείδα από το πιάνο.
- Ως κατακλείδα, ο ομιλητής ευχαρίστησε όλους τους συνεργάτες.