αποπεράτωση
ουσιαστικό1. Η διαδικασία ή το αποτέλεσμα κατά την οποία ένα έργο, μία εργασία ή μία ενέργεια φτάνει στο τελικό στάδιο και θεωρείται τελειωμένο, αφού έχουν ολοκληρωθεί οι απαιτούμενες ενέργειες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αποπεράτωση του νέου δημαρχείου προβλέπεται για το επόμενο έτος.
- Πλήρωσαν πρόσθετα έξοδα για την ταχεία αποπεράτωση των εργασιών.
- Η αποπεράτωση των σπουδών της γιορτάστηκε με μικρή παρέα.
- Χρειάζονται έγγραφα για την αποπεράτωση των συμβολαίων.
- Μετά την αποπεράτωση του προγράμματος, θα ακολουθήσει αξιολόγηση.