φόρος
ουσιαστικό1. Υποχρεωτική χρηματική επιβάρυνση που επιβάλλεται από το κράτος ή άλλη δημόσια αρχή σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα, σε εισοδήματα, περιουσιακά στοιχεία ή σε αγαθά και υπηρεσίες, με σκοπό την κάλυψη δημόσιων δαπανών και τη χρηματοδότηση κοινών υπηρεσιών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο φόρος εισοδήματος αυξήθηκε φέτος.
- Πρέπει να καταβάλουμε τον φόρο ακινήτων μέχρι την προθεσμία.
- Οι φόροι βαρύνουν κυρίως τα μεσαία και χαμηλά εισοδήματα.
- Κατέθεσαν έναν φόρο τιμής στο μνημείο των ηρώων.
- Το χωριό πλήρωσε βαρύ φόρο αίματος μετά τη σύγκρουση.