πρόστιμο
ουσιαστικό1. Χρηματική κύρωση που επιβάλλεται από δημόσια ή ιδιωτική αρχή για παράβαση νόμου, κανονισμού, όρου σύμβασης ή άλλης υποχρέωσης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο οδηγός έλαβε ένα πρόστιμο για παράνομη στάθμευση.
- Η εταιρεία αναγκάστηκε να πληρώσει το πρόστιμο που της επέβαλε η Επιτροπή Ανταγωνισμού.
- Για καθυστέρηση στην υποβολή της φορολογικής δήλωσης επιβάλλεται πρόστιμο.
- Τα πρόστιμα για παραβίαση των υγειονομικών μέτρων αυξήθηκαν.
- Αν δεν εξοφλήσεις έγκαιρα τον λογαριασμό, θα επιβαρυνθείς και με πρόστιμο.