χαράτσι

ουσιαστικό

1. Έκτακτη ή πρόσθετη χρηματική επιβάρυνση που επιβάλλεται από το κράτος ή άλλη δημόσια αρχή ως φόρος ή εισφορά.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Πλήρωσα το χαράτσι της ΔΕΗ χθες.
  • Το χαράτσι επιβλήθηκε εσπευσμένα στους ιδιοκτήτες ακινήτων.
  • Οι καταναλωτές χαρακτήρισαν τον νέο φόρο ως ένα άδικο χαράτσι.
  • Κάθε μήνα βγαίνει και κάποιο χαράτσι, δεν προλαβαίνουμε να τα πληρώσουμε.
  • Τους κατήγγειλαν ότι το πρόστιμο ήταν στην πραγματικότητα ένα παράνομο χαράτσι.