προθεσμία
ουσιαστικό1. Περιορισμένο χρονικό διάστημα εντός του οποίου πρέπει να εκτελεστεί ή να ολοκληρωθεί κάποια ενέργεια, υποχρέωση ή διαδικασία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η προθεσμία για την υποβολή της εργασίας λήγει τη Δευτέρα.
- Ο κατηγορούμενος ζήτησε και πήρε προθεσμία από το δικαστήριο.
- Μας έδωσαν νέα προθεσμία πληρωμής λόγω τεχνικού προβλήματος.
- Η προθεσμία παραγραφής της απαίτησης είναι πέντε χρόνια.
- Έχεις προθεσμία τριών ημερών για να υποβάλεις την αίτηση.