στενοχώρια
ουσιαστικόΣυναισθηματική κατάσταση έντονης αρνητικής διάθεσης που προκαλεί εσωτερική πίεση και δυσφορία, συνήθως ως αντίδραση σε δυσάρεστες καταστάσεις, απογοήτευση ή ανησυχία.
Συνώνυμα
λύπη θλίψη στεναχώρημα στεναχώρια μελαγχολία ανησυχία άγχος καημός πρόβλημα προβληματισμός ζόρι μπελάς κατήφεια δυσφορία πίκρα σκυθρωπιά πόνος βάσανο δυστυχία ταλαιπωρία μεμψιμοιρία κατάθλιψη απογοήτευση κακουχία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η στενοχώρια της δεν έλεγε να φύγει μετά τα άσχημα νέα.
- Μην έχεις στενοχώρια, όλα θα πάνε καλά.
- Η καθυστέρηση στο έργο δημιούργησε αρκετή στενοχώρια στους υπεύθυνους.
- Βούρκωσε από τη στενοχώρια όταν είδε τις παλιές φωτογραφίες.
- Δεν θέλω να σου προκαλέσω στενοχώρια με αυτή την είδηση.