ξένος
άλλο1. Άτομο που προέρχεται από άλλη χώρα ή άλλο τόπο και δεν ανήκει στη ντόπια κοινότητα ή κοινωνία.
2. Πρόσωπο που επισκέπτεται προσωρινά έναν τόπο, ένα σπίτι ή μια εκδήλωση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ντόπιος ιθαγενής εγχώριος οικείος γνωστός οικογένεια δικός γνωριμία γείτονας συγγενής κάτοικος ελληνικός γηγενής τοπικός πολίτης συντοπίτης συμπολίτης εαυτός έθνος φιλαράκι εθνικός σύντροφος παλιόφιλος γκόμενος συνοδός βρετανός κολλητός μέλος γένος αυστραλιανός οικιακός ταίρι συνηθισμένος εσωτερικός ίδιος αδερφός αδελφός φιλαράκος εραστής φίλος κινέζικος παρόμοιος συμμέτοχος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ξένος ρωτούσε τον δρόμο για το ξενοδοχείο.
- Η ξένη τουρίστρια φωτογραφήθηκε μπροστά στο μνημείο.
- Τα ξένα προϊόντα στο ράφι είχαν ετικέτες στα αγγλικά.
- Ένιωσα ξένος την πρώτη μέρα στη νέα δουλειά.
- Οι ξένοι επισκέπτες χειροκρότησαν μετά την παράσταση.